Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Διόνυσος – Ο μυθικός θεός της ευθυμίας του γλεντιού και του κεφιού.

Οι αρχαίοι πρόγονοί μας είχαν θεοποιήσει πολλές στιγμές και εκφάνσεις της καθημερινότητας ή της κοινωνικής ζωής και πράγματα που δεν μπορούσαν αν ερμηνεύσουν ή να αιτιολογήσουν περνούσαν μέσα από τη μυθολογία σαν έργα και δημιουργήματα «θεών και ημιθέων».

Η Έννοια του χρόνου στην Μυθολογία και την Φιλοσοφία

Οι αρχαίοι σοφοί, προσπαθώντας να διεισδύσουν στο μυστήριο της ύπαρξης, προκάλεσαν τη γέννηση του μύθου. Ο μυθικός λόγος έδινε μια απάντηση στα θεμελιώδη ερωτήματα του ανθρώπου για την προέλευση του κόσμου, την αιτία του, τη ζωή και το νόημά της, το θάνατο και το μυστήριό του κλπ. Μέσα από αλληγορίες και μεταφορικές περιγραφές, ο μύθος έκρυβε αλήθειες που είχαν σχέση με την εξέλιξη της ψυχής και την πνευματική πρόοδο του ανθρώπου επί της γης, αλλά και αλήθειες για τον κόσμο και την πορεία του στο χρόνο.

Κάθε μύθος, όπως και κάθε σύμβολο, μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους και συχνά συναντάμε απόψεις και ερμηνείες που δεν συμβιβάζονται απόλυτα με την κοινή λογική ή την επιστημονική εξήγηση των φαινομένων. Πολλές φορές μάλιστα, οι ερμηνείες που δίδονται για ορισμένους μύθους ή σύμβολα, αγγίζουν τον τομέα που χαρακτηρίζεται ως «φαντασία». Ας προσπαθήσουμε όμως να κατανοήσουμε τους μύθους όχι με το νου αλλά με την καρδιά, όχι με τη σκέψη αλλά με το «νιώσιμο» της καρδιάς, όπως προστάζει η Φωνή της Σιγής.

Τι είναι ο χρόνος; Όταν ρώτησαν τον Αυγουστίνο τι έκανε ο θεός προτού δημιουργήσει το σύμπαν, εκείνος υποστήριζε ότι:

    «Η έννοια του χρόνου δεν έχει νόημα πριν την αρχή του σύμπαντος. Ο χρόνος είναι μια ιδιότητα του σύμπαντος και συνεπώς, δεν υφίσταται χρόνος πριν από το σύμπαν».

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε τον χρόνο σαν μια συστατική έξη της κίνησης και τον τοποθετούσε μέσα στο σώμα του ουρανού, δηλαδή του ορατού σύμπαντος. Έλεγε ότι:


«Σώμα δίχως κίνηση δεν υπάρχει, και επειδή έξω από τον ουρανό δεν υπάρχει σώμα, άρα δεν υπάρχει χρόνος έξω από αυτόν» (Περί Ουρανού). Αναφερόμενος στον Δημόκριτο (Α71) έγραφε: «Υποστηρίζουν ότι ο χρόνος είναι αδημιούργητος και με αυτό ο Δημόκριτος αποδεικνύει ότι τίποτε δεν μπορεί να δημιουργηθεί αφού ο χρόνος δεν έχει δημιουργηθεί. Είχε πειστεί όμως ότι ο χρόνος είναι αιώνιος».


Αν το σύμπαν άρχισε να υπάρχει από τη στιγμή της μεγάλης έκρηξης και μετά, μπορούμε ενδεχομένως να πούμε ότι ο χρόνος της μέτρησης των γεγονότων είχε μια αρχή, τουλάχιστον στο δικό μας ουρανό ή σύμπαν. Και ότι η εξάπλωση του σύμπαντος αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, το ξεδίπλωμα του χρόνου στον κόσμο μας. Αισθανόμαστε την ύπαρξή του μέσα από την ροή των γεγονότων και την κίνηση των ουρανίων σωμάτων, τα οποία σύμφωνα με τον Πλάτωνα (Τίμαιος) «φανερώνουν σε εμάς την κίνηση και το μέτρο του χρόνου».

Οι πλανήτες έγιναν όργανα που διατηρούν τους αριθμούς (με τις αστρικές περιόδους) και έτσι, με τη βοήθειά τους, ο χρόνος που είναι το αντίτυπο της αιωνιότητας, ή ένα είδος κινητής εικόνας της αιώνιας ύπαρξης (Τίμαιος) ενσαρκώνεται στον αισθητό και ορατό κόσμο και γίνεται ο χρόνος της μέτρησης.

Στις μυθικές παραδόσεις η ιστορία της πρώτης γέννησης του χρόνου παίρνει τη μορφή ενός προσωπικού μύθου, του μύθου του θεού Κρόνου – του Kranan των Ινδών. Οι λέξεις Κρόνος, Kranan ή Κράντωρ, δηλαδή κυρίαρχος, ηγεμών και δημιουργός έχουν ως κοινή ρίζα το καρ. Εξηγώντας το όνομα του Κρόνου ο Πλάτων (Κρατύλος) αναφέρεται στη ροή και την κίνηση: «Θαρρείς ότι τυχαία έδωσαν στον Κρόνο και τη Ρέα ονόματα ρευμάτων;» Παραπάνω στο ίδιο κείμενο όμως, θεωρεί ότι το όνομα Κρόνος προέρχεται από τη λέξη Κούρος, δηλαδή νέος αλλά και καθαρός και αμόλυντος. Παρουσιάζει έτσι, δύο όψεις του θεού Κρόνου.

Ο Πρόκλος (Πλατωνική Θεολογία) ενισχύει αυτή την άποψη περί του αμόλυντου θεού, θεωρώντας ότι η ένωση του πατρός Κρόνου και των άσπιλων θεών είναι αμόλυντη και ανυπέρβλητη. Γι’ αυτό, οι λόγιοι της εποχής των Νεοπλατωνικών λέγουν ότι ο Χρόνος είναι «εκείνος για τον οποίο τηρείται σιγή. Ο Κύριος που γίνεται γνωστός στις ψυχές μόνο μέσω του Νου. Τον εγκατέστησαν εντός της πατρικής σιγής και τον ανυμνούν σαν πατέρα των πατέρων. Χρόνος και κόσμος άρχισαν μαζί, σαν το ατελές αντιφέγγισμα της αιώνιας ταυτότητας».(Πρόκλος στον Αλκιβιάδη, Κρατύλο, Παρμενίδη)

Η εικόνα αυτή του θεού Κρόνου έρχεται σε αντίθεση με τον Ησιόδειο θεό, ο οποίος παρουσιάζεται ως δόλιος και αγκυλομύτης. Ο θεός Κρόνος του Ησίοδου, ως γιος του θεού Ουρανού, ανήκει στη δεύτερη θεοκρατική τάξη και εμφανίζεται ως προσωποποίηση της ροής του χρόνου, που καταβροχθίζει αυτά που προκάλεσε. Υπό αυτή την έννοια, είναι το «ρεύμα» της πρώτης ερμηνείας του Κρατύλου που αναφέρθηκε παραπάνω. Αρπάζοντας την εξουσία από τον πατέρα του, κυριαρχεί στην μορφή και στην ύλη και συνεπώς, γίνεται ο πατέρας κάθε περαιτέρω εξέλιξής της. Παρά την κατοπινή κυριαρχία του Διός – όταν αναπτύσσεται η συνείδηση στον κόσμο – ο θεός Κρόνος παραμένει πατέρας, κριτής και πανδαμάτωρ χρόνος.

Αναφέρεται ως κριτής στα νησιά των Μακάρων από τον Ησίοδο και τον Πίνδαρο, και οι αρχαίοι Έλληνες αφιέρωναν πολλές γιορτές σ’ αυτόν, όχι μόνο για να τον τιμήσουν ως δημιουργό αλλά και για να τον εξευμενίσουν ως κριτή τους. Διότι μέσα στο χρόνο τον οποίο προσωποποιεί, όλα τα άδικα διορθώνονται και η σωτηρία εξασφαλίζεται γιατί εκείνος κρίνει και κυριαρχεί επί πάντων. Τίποτε δεν του ξεφεύγει και γι’ αυτό είναι πανούργος και αγκυλομύτης.

Η κυριαρχία του επάνω στη μορφική ύλη αρχίζει με τον ακρωτηριασμό της γονιμοποιού δύναμης του Ουρανού με ένα δρεπάνι. Το δρεπάνι όμως, εκτός από σύμβολο θανάτου, είναι και εργαλείο θερισμού, δηλαδή σύμβολο της καινούργιας συγκομιδής. Αφαιρώντας τα γεννητικά όργανα του πατέρα του, δηλαδή τη δημιουργική του δύναμη, ο θεός Κρόνος γίνεται το πνεύμα-γιος, που θα δημιουργήσει ζωή και θα εγκαινιάσει τη νέα εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από τη διχόνοια, που φαίνεται ότι αποτελεί μια εξελικτική αναγκαιότητα σε αυτό το στάδιο της πορείας της ζωής.


Ας δούμε όμως και την άλλη όψη του, εκείνη που αφορά τον αγνό και αμόλυντο Κύριο, όπως τον αποκαλεί ο Πρόκλος, ή τον Κούρο, όπως περιγράφεται στον Κρατύλο.

Για το σκοπό μας αυτό ας στραφούμε στον Ορφέα, ο οποίος δίδασκε ότι από το νερό και τη λάσπη – τη συνεχή και τη μεριστή ουσία – γεννήθηκε ένας δράκοντας με κεφάλι λιονταριού και ταύρου, ενώ ανάμεσά τους υπήρχε το πρόσωπο ενός θεού που ονομάζεται Κρόνος και Ηρακλής. Το πλάσμα αυτό είχε φτερούγες στους ώμους του, και ο Ορφέας το θεωρούσε ως συμβολική παράσταση της πρώτης Αρχής, που δεν είχε καμία σχέση με τον Ησιόδειο Κρόνο, ή τον ομώνυμο πλανήτη.

Για τον Ορφέα ήταν Πρωτόγονος και Παν, δισώματος – δηλαδή ανδρόγυνος – και γέννησε το απεριόριστο Χάος και το ομιχλώδες Έρεβος. Αποτελούσε μια από τις δύο αρχές-ουσίες της φύσης και τον τοποθετούσε στο υψηλότερο σημείο της δημιουργικής πνευματικής ιεραρχίας, όπως ήταν και ο Μιθραϊκός θεός Κρόνος-Αιώνας που κρατούσε το κλειδί της ύπαρξης.

Παρά τα πολλά ονόματα που του έδινε στους ύμνους του, ο Ορφικός Κρόνος-Ηρακλής θεωρούταν άρρητος, ακατονόμαστος θεός, άφυλλος και δίχως επιθυμίες. Οι τέσσερις μορφές – λιοντάρι, ταύρος, θεός και φτερούγες – είναι παρόμοιες με τις τέσσερις μορφές σύμβολα που παρατηρούμε στη χριστιανική εικονογραφία (όπου θεός = άνθρωπος και φτερούγες = αητός).

Τοποθετώντας τις μορφές αυτές στο ζωδιακό κύκλο, έχουμε τα τέσσερα ζώδια – λέοντα, ταύρο, υδροχόο (άνθρωπο ή θεό) και σκορπιό (ή αητό ή φτερούγες), καθώς και τα τέσσερα στοιχεία που αντιπροσωπεύονται από αυτά, δηλαδή πυρ, γη, αέρα και νερό, που είναι τα τέσσερα ριζώματα του Εμπεδοκλή. Γι’ αυτό ο Ορφικός θεός Κρόνος είναι Παν, όπως επίσης και εκείνος που γεννά το αργυρό αυγό του σύμπαντος. Βλέπουμε δηλαδή εδώ το νοούμενο του παντός της εκδηλωμένης ζωής στο σύμπαν.

Σε άλλες παραδόσεις (Ινδική) χρησιμοποιείται ένα πτηνό αντί των πτερύγων του Ορφικού ή Μιθραϊκού Κρόνου. Το πτηνό, από τη θετική του πλευρά, συμβολίζει τόσο την πτητικότητα όσο και το ιδανικό πέταγμα του πνεύματος ως ένα είδος «οντότητας» ανεξάρτητης και σταλμένης από το μυστήριο του όντος. Είναι επίσης, σύμβολο του οργανωτικού πνεύματος της πρωταρχικής αγνής, αιθερικής ύλης που ενεργοποιείται σε κάθε νέα εκδήλωση των κόσμων. Ο μυθικός λευκός κύκνος Hamsa γεννά το κοσμικό αυγό, όπως και η ιερή Ίβις της αρχαίας Αιγύπτου.

Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν ότι ο Χρόνος ταυτίζεται με τη δεύτερη όψη της Παγκόσμιας Ψυχής, και τη δράση της στα πεδία της εκδήλωσης ως δημιουργικό πνεύμα. Όπως λέγουν, όταν η Παγκόσμια Ψυχή θέλησε να αποκτήσει κάποια δραστηριότητα, στράφηκε προς την κίνηση και τότε ξεπήδησε ο χρόνος που πρωτύτερα δεν ήταν φανερός. Η δραστηριότητα του χρόνου είναι εμφανής όσο διαρκεί η εκδήλωση των κόσμων, και σαν εξελικτικό πνεύμα που οργανώνει την ύλη, γίνεται έκδηλος σε καθετί υπαρκτό στη φύση.

Ο Κρόνος θεωρείται κυρίαρχος της ημέρας του Σαββάτου, αλλά δεν θα πρέπει να το εκλάβουμε ως την τελευταία ημέρα της εβδομάδας, αλλά ως το Sabbath, δηλαδή την ημέρα του πνεύματος και της πνευματικής τελείωσης. Την ημέρα αυτή – το συμβολικό Σάββατο – ο άνθρωπος καλείται να σταματήσει κάθε φυσική δραστηριότητα και να στραφεί προς την πνευματική εργασία. Διότι αυτή η ημέρα είναι η έβδομη, η ημέρα της ανάπαυσης του δημιουργού, η ημέρα κατά την οποία το Atman στρέφεται στον εαυτό του.

Ας μην ξεχνάμε ότι κι ο Εβραίος Χριστός «θεράπευε» πάντοτε κατά την ημέρα του Σαββάτου, διότι ως εκπρόσωπος και προϊόν της τελικής πνευματικής πραγμάτωσης του ανθρώπου, ενεργούσε επάνω στις ψυχές των πνευματικά ασθενών και νεκρών, εκείνη την ημέρα κατά την οποία τελείωνε συμβολικά ο χρόνος της σωματικής φύσης και άρχιζε η περίοδος της πνευματικής αναγέννησης του ανθρώπου, που είναι η περίοδος του αιώνιου.

Τι είναι το αιώνιο; Κατά τον Πλωτίνο (Περί Αιώνος και Χρόνου): «Η ψυχική ενέργεια του Αιώνιου Όντος που δίνει ζωή, κίνηση και ύπαρξη στο έγχρονο σύμπαν. Η αισθητή ενσάρκωση που εξελίσσεται σε χρόνο εμπεριέχει το ακατάληπτο αιώνιο και ο χρόνος, η όψη του αιώνιου, γίνεται για τους ανθρώπους αόρατος και αόριστος μέσα στο άβατο της ψυχής τους».

Και ο Πλάτων (Τίμαιος) λέει ότι:

    «Η ψυχή του Όντος δίνει γέννηση στο χρόνο και η επέκταση της ζωής της είναι η διάρκειά του». Με τα λόγια αυτά ορίζει ότι, όταν σταματήσει η δραστηριότητα της ψυχής, τότε μένει μόνο το αιώνιο, η αιωνιότητα. Αιώνιο, Αιώνας και Αιωνιότητα είναι έννοιες που απασχόλησαν πολύ την αρχαία σκέψη, τόσο ως προς τη φύση τους όσο και ως προς τη σχέση τους με το χρόνο ή τον θεό Κρόνο. «Αιώνα, το άπαντα», αποκαλούσε ο Αριστοτέλης την πέρα από την εξώτατη κίνηση κατάσταση ή ύπαρξη. Θεωρούσε δε ότι ο χαρακτηρισμός Αιώνας, δόθηκε με θεϊκή έμπνευση από τους αρχαίους. «Εκείνο που περιέχει το χρόνο ολόκληρο και την απειρία, το απεριόριστο, είναι ο Αιώνας που πήρε το όνομά του από το ‘αεί είναι’, και είναι αθάνατος και θείος».

Οι Γνωστικοί χρησιμοποιούσαν τον όρο «Αιώνας» ή «Αιών» για να υποδηλώσουν τις ιεραρχίες των πνευματικών όντων. Αιώνες δεν είναι οι εκατονταετηρίδες ετών, όπως οι yuga των Ινδών ή αλλιώς εποχές που αποτελούν τμήμα του χρόνου της μέτρησης. Οι Γνωστικοί Αιώνες είναι θείες υποστάσεις, αιώνια Όντα, Ιδέες. Κάθε Αιώνας είναι πλήρης άλλων πνευματικών όντων, και έχει μέσα του εν δυνάμει την τελείωση και την κίνηση όπως και ο Πλατωνικός Χρόνος-Ιδέα, «η κίνηση του οποίου δεν μετράται με αριθμούς, παρά είναι και παραμένει ένα διαρκές παρόν, μια πνευματική ολότητα» (Τίμαιος).

Οι Αιώνες της Δοξασίας, όπως τους αποκαλεί ο Βαλεντίνος (Αιωνολογία) βρίσκονται στη Σιγή, άγνωστοι και άρρητοι, όπως ο αμόλυντος θεός Κρόνος ή Κύριος των Νεοπλατωνικών. Υπάρχει ένας Αιώνας, ο Αρχαιότατος και Ύψιστος από τον οποίο ξεπήδησε ο Λόγος σαν μια ακτίνα, και μέσω αυτής της θείας εκπόρευσης, καθετί δημιουργείται «εν χρόνω». Αυτός είναι εκείνος που ο Πλάτων ονομάζει ακίνητη και σταθερή αιωνιότητα, όντως ον, και είναι το πρότυπο βάσει του οποίου ο Πλατωνικός Δημιουργός έφτιαξε τον κόσμο, σαν μια κινητή εικόνα του, τη δε κίνησή του την ονόμασε χρόνο.

Αιώνας και Αιωνιότητα λοιπόν, ανήκουν στη σφαίρα της «αϊδίου φύσεως», ενώ ο χρόνος όπως τον αντιλαμβανόμαστε με τη μέτρηση, ανήκει στη σφαίρα του γίγνεσθαι. Ο Πλωτίνος θεωρούσε ότι η Αιωνιότητα αποτελεί αμετάβλητη αρχή ζωής που κατέχει συγχρόνως τα πάντα στο παρόν. «Τα νοητά όντα κείτονται μέσα στην Αιωνιότητα, που είναι Αιώνας και Ον, και παραμένει αμετάβλητη στον εαυτό της και αναλλοίωτη στο αεί παρόν. Είναι το εκκλάμπον μέσα στο υπόστρωμα, είναι ζωή, ομού πάσα, πλήρως αδιάσπαστη, πανταχού παρούσα, χωρίς έκταση και μεταβολή κι εξέλιξη».

Η ίδια ιδέα εκφράζεται και μέσα στο σύμβολο του μυθικού κύκνου kalahamsa, που είναι ένα σύμβολο του Χρόνου στην Ανατολική παράδοση. Το όνομα αυτό μπορεί να διαβαστεί και ως kal – aham –sa, που σημαίνει ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΙΝΑΙ στην αιωνιότητα του Χρόνου.

Ο σανσκριτικός όρος Hamsa, είτε ως «Είναι», «Εκείνο», Χήνα ή Κύκνος αποτελεί επίσης ένα σημαντικό σύμβολο της Σοφίας που βρίσκεται στο σκοτάδι για τον άνθρωπο, διότι κείται πέρα από κάθε δυνατότητα προσέγγισής της από τον ανθρώπινο νου.

Είναι η Σοφία που ταυτίζεται με την Αιώνια –Σοφία, έναν από τους Αιώνες του Κρυμμένου Πληρώματος της Δόξας των Γνωστικών.

Η Θεά Ειρήνη στην Αρχαία Ελλάδα


Στο κέντρο της Αγοράς της Αρχαίας Αθήνας δέσποζε το άγαλμα της θεάς Ειρήνης, προσωποποίηση της ειρηνικής κατάστασης των πραγμάτων, να κρατάει ένα μικρό αγοράκι τον Πλούτο, με το δεξί του χέρι απλωμένο προς το πρόσωπο της θεάς, ενώ με το αριστερό του χέρι να κρατάει το κέρας της Αμαλθείας που είναι σύμβολο της αφθονίας.  

Η θεά Ειρήνη, μία από τις τρεις Ώρες, ήταν κόρη του Δία και της Θέμιδας, και ήταν αδελφή της Δίκης και της Ευνομίας που αποτελούν τα υπέρτατα αγαθά μιας κοινωνίας...

 Μαζί φύλαγαν την είσοδο του Ολύμπου, και επιτηρούσαν την εύνομη ζωή των ανθρώπων. 
Έργο τους ήταν να παρακολουθούν τα έργα των ανθρώπων...

 Οι θεές Ώρες ήταν οι πρώτες που υποδέχτηκαν την Αφροδίτη και, αφού την έντυσαν, την συνόδεψαν στον Όλυμπο. Αναφέρεται πως ήταν βοηθοί του θεού Ήλιου και επιπλέον βοηθούσαν την θεά Χλωρίδα στο έργο της, στην βλάστηση της γης, ρυθμίζοντας τις εποχές του Χρόνου.

Στην Αθήνα αναφέρονταν ως Θαλλώ, Αυξώ και Καρπώ,όπου συμβολικά και κυριολεκτικά συμβόλιζαν την βλάστηση της φύσεως αλλά και του πνεύματος και των τεχνών σε περίοδο Ειρήνης,την δίκαιη διάταξη των βοσκότοπων όπως και την δίκαιη μεταχείριση των πολιτών,την Δικαιοσύνη. 

Από τον Όμηρο μαθαίνουμε πως άνοιγαν και έκλειναν τις πύλες του Ολύμπου, με σύννεφα, και φρόντιζαν τα άλογα της Ήρας και βοηθούσαν  τους Ολυμπιονίκες οργανώνοντας τις εποχές και προσθέτοντας την ισορροπία στη φύση.

Στην τέχνη απεικονίζονταν σαν μια νεαρή όμορφη γυναίκα που κρατούσε το Κέρας της Αμάλθειας, σκήπτρο και ένα πυρσό,ή ένα κλαδί ελιάς,ως προστάτης και πολιούχος του Πλούτου.
 Ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης την παρουσιάζουν στα έργα τους ως φορέα της ευφορίας και του πλούτου. Πολύ γνωστό γλυπτό είναι αυτό του Κηφισόδοτου, πατέρα του Πραξιτέλη των αρχών του 4ου αιώνα π.χ. που αναπαριστά την Ειρήνη να κρατά στην αγκαλιά της τον Πλούτο.
Βοηθούσε να κυβερνηθεί η κοινωνία με εξισορρόπηση και σταθερότητα.  

Οι Αρχαίοι Έλληνες πολύ συχνά ίδρυαν βωμούς προς αυτήν μετά το πέρας των εχθροπραξιών. Γνωστά της επίθετα ήταν τα «Γλυκεία», «Βαθύπλουτος», «Πλουτοδότειρα», κ. α.
Ο συμβολισμός της Ειρήνης και του γενεολογικού της δέντρου, μαζί με την αφθονία των αγαθών που την προσφέρει με αθωότητα ο μικρός Πλούτος, ήταν η ευχή των Αθηναίων για μια διαρκεί ειρήνη με βάση την δικαιοσύνη, της Θέμιδας, την Δίκη και την Ευνομία, μετά τους πολέμους και την δυστυχία που έφερναν μαζί τους....


Μας γράφει ο Ηρόδοτος:

«Κανένας δεν είναι τόσο ανόητος που να προτιμάει τον πόλεμο απ' την ειρήνη· γιατί στον καιρό της ειρήνης τα παιδιά θάβουν τους γονείς τους, ενώ, αντίθετα, στον καιρό του πολέμου οι γονείς θάβουνε τα παιδιά τους.»

Παρ' όλον ότι η θεά Ειρήνη δεν λατρεύτηκε όσο ο Άρης, εν τούτοις η Ειρήνη έχει και τις δικές της νίκες, όχι λιγότερο δοξασμένες απ' αυτές του πολέμου.

Τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων να θέλουν την Ειρήνη και την Δικαιοσύνη να συμβαδίζουν, την έχει επιβεβαιώσει και η σύγχρονη ιστορία.

«Η ειρήνη είναι η μεγαλύτερη ευλογία όταν μας εγγυάται την τιμή μας και τα νόμιμα δικαιώματα μας. Αλλά όταν έχει σαν επακόλουθο το χάσιμο της εθνικής μας ανεξαρτησίας και το λέρωμα της δοξασμένης μας ιστορίας, τότε δεν υπάρχει τίποτε το πιο ατιμωτικό και το πιο καταστροφικό για τα πραγματικά μας συμφέροντα.»  ΠΟΛΥΒΙΟΣ

"Να αγαπάς την Ειρήνη" ΘΑΛΗΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ (Δελφικό παράγγελμα)

 "Ειρήνη είναι η στοργική μάνα της Γης" ΗΣΙΟΔΟΣ


Το ουσιαστικό Ειρήνη εικάζεται ότι προέρχεται από το ρήμα είρω (λέγω-συνδέω).Ειρήνη => είρω=ενώνω, λέγω+συνδέω + νους. 

Το τέλος της άνοιξης ήταν η συνηθισμένη εποχή εκστρατείας στην Ελλάδα, όταν η ειρήνη ήταν πλέον σε αυξημένο κίνδυνο.


Η Πειθώ στην Ελληνική Μυθολογία

Στην μεγάλη συντροφιά από φίλες και βοηθούς της Αφροδίτης, ανάμεσα στην Τύχη, την Υγεία, την Αρμονία, την Ευδαιμονία και τις Χάριτες, μάλιστα για μερικούς και η ίδια ήταν μια από αυτές, πίστευαν ότι βρισκόταν πάντα και η Πειθώ.

Οι υπηρεσίες που η Πειθώ συνήθως προσέφερε στην Αφροδίτη, ήταν κυρίως να πείθει τα κορίτσια με τα θελκτικά λόγια της να κατανικήσουν τους δισταγμούς τους και να αφεθούν στην ερωτική ένωση.

Η Πειθώ ήταν ολότελα διαφορετική από την Βία και την Ανάγκη και πίστευαν πως ήταν αδελφή της Τύχης και της Ευνομίας και μητέρα της Υγείας από την ένωσή της με τον Ερωτα.

Επειδή όμως καμιά φορά με τα πειστικά της λόγια γινόταν και αιτία συμφοράς για τους ανθρώπους, όπως στην περίπτωση του Ιάσονα και της Μηδειας, ή του Πάρι και της Ελένης, ο Αισχύλος την ονόμαζε κόρη της Ατης, δηλαδή της Συμφοράς.

Ωστόσο τα πειστικά λόγια της Πειθούς έφερναν αποτέλεσμα όχι μόνον στον έρωτα, αλλά και στον γάμο και στην απονομή της δικαιοσύνης και στις δημόσιες και στις ιδιωτικές σχέσεις των ανθρώπων και βοηθούσαν πολύ στο να διατηρείται στον κόσμο η ηθική τάξη γενικά.

Γι' αυτό και οι προϊστορικές λατρείες και οι μύθοι που παρουσιάζουν την Πειθώ ως κόρη του Ωκεανού και γυναίκα του Φόρωνα, κάνουν πιο καλά γνωστή την αρχική φυσιογνωμία της θεάς, με έργο της να πείθει γενικά και όχι μόνον στον έρωτα.

Ως κόρη του Ωκεανού, που σύμφωνα με ορισμένους κοσμογονικούς μύθους, είναι ο πρώτος θεός και πατέρας όλων των όντων του κόσμου, η Πειθώ ανήκε σ' εκείνες τις Ωκεανίδες που επέβλεπαν την τάξη του κόσμου.

Ως γυναίκα του Φορωνέα πάλι, που κατά τον ανθρωπογονικό μύθο του Αργούς ήταν ο πρώτος άνθρωπος και ο πρώτος θνητός βασιλιάς, η Πειθώ βοήθησε τον άντρα της να χτίσει τις πρώτες πολιτείες και να κάνει νόμους και δικαστήρια για να λύνουν τις διαφορές των οι άνθρωποι και να ζουν ειρηνικά.


Ο μύθος της Αρετής και της Κακίας

Ο παραστατικότατος μύθος του Προδίκου, όπως διέσωσε στα απομνημονεύματά του ο Ξενοφών.

Ποια ήταν η Περσεφόνη και ποιος ο μύθος της αρπαγής της

Νεαρή και κοκκινομάλλα. Φοράει έναν λευκό χιτώνα και έχει μία τραγική μορφή.Αυτή είναι η Περσεφόνη όπως απεικονίζεται στο εντυπωσιακό ψηφιδωτό με τον γενειοφόρο αρματηλάτη και τον ψυχοπομπό Ερμή που αποκαλύφθηκε στον τύμβο Καστά της Αμφίπολης. Ποια ήταν η Περσεφόνη στη μυθολογία;

Ο Ερμής ως ψυχοπομπός

Ο Ερμής ή με το επικό όνομα Ερμείας, είναι ένας απ' τους παλαιότερους θεούς με γνήσια ελληνική «λαϊκή» καταγωγή. Κατά τη μυθολογία γεννήθηκε σε μια σπηλιά στην Κυλλήνη (στο σημερινό όρος Ζήρια) της Κορινθίας, από τον Δία και την πανέμορφη Νύμφη Μαία, την κόρη του Άτλαντα. Στον Όμηρο μνημονεύεται με το αρχαιότερο όνομά του Ερμής ο Κυλλήνιος, αλλά και με τους επιθετικούς προσδιορισμούς «εύσκοπος αργεϊφόντης», «διάκτορος», δηλαδή ψυχοπομπός. Στον Όμηρο χρησιμοποιούνται συχνότερα τα επίθετα «χρυσόραβδος» Ερμής, «αγγελιοφόρος» Ερμής, ενώ στον Ησίοδο «ξακουστός κήρυκας των θεών» και «προστάτης των βοσκών και των αιγοπροβάτων».

Θέμις: Η Προστάτιδα θεά του Δικαίου

Η Θέμις ανήκει στους Τιτάνες, τους πρώτους θεούς της ελληνικής μυθολογίας, που ήταν τέκνα του πρώτου θεϊκού ζεύγους της Γαίας και του Ουρανού 

Τα Ορφικά Μυστήρια

Τα Ορφικά Μυστήρια κυριάρχησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στον αρχαίο κόσμο και κατέχουν ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις αρχαίες Ελληνικές τελετουργίες.

Ιδρυτής των μυστηρίων θεωρείται ο Ολύμπιος Ορφεύς, υιός του Οιάγρου και της Μούσας Καλλιόπης. Γεννήθηκε στην Πίμπλεια της Πιερίας την 13-14η χιλιετία π.Χ. και υπήρξε μία ιδιαίτερα πολυσχιδής προσωπικότητα: λέγεται ότι έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ότι εφηύρε την λύρα και ήλθε σε επαφή με τους Καβείρους της Θράκης από τους οποίους επηρεάστηκε.

Επίσης παροιμοιώδης έμεινε ο έρωτας του για την Ευρυδίκη για την οποία κατέβηκε ως τον Άδη για να την πάρει πίσω από το βασίλειο του Πλούτωνα. Η συνολική θεώρηση των Ορφικών αποδεικνύει πως ο Ορφέας ήταν όντως υπαρκτό πρόσωπο και όχι απλά το αποκύημα της φαντασίας ορισμένων.

Τα Ορφικά Μυστήρια ξεκίνησαν από τα Βορειοελλαδικά βουνά, σε μια εποχή που ο Διόνυσος ο κατ' εξοχήν Θεός των μυστηρίων, λατρευόταν σαν Θεότητα της Σελήνης (Φεγγαροθεός). Δημιουργώντας τα Μυστήρια ο Ορφέας ένωσε τη θρησκεία του Δία με εκείνη του Διονύσου.

Οι μυημένοι έπαιρναν από τις διδασκαλίες του τις μεγάλες αλήθειες που το θαυματουργό τους Φως έφτανε μέχρι το λαό με την μορφή ενός πέπλου προσιτού και ανακατεμένου με την ποίηση και τις δημόσιες τελετές. Μεγάλος Ιερέας του Δια και εξέχων Μύστης της Θράκης, ο Ορφέας έγινε για τους μυημένους ο μεγάλος Αποκαλυπτής του Ουρανίου Διονύσου.

Οι τελετές των Ορφικών λάμβαναν μέρος την νύκτα. Η ουσία των Μυστηρίων είναι η μετάβαση από το σκότος στο φως με διάφορους αλληγορικούς και συμβολικούς τρόπους.
Στο άδυτο του ναού ο Ιεροφάντης άναβε την τελετουργική Πυρά από μία συνεχώς καίουσα Ιερά Πηγή και εμφανιζόταν μπροστά στους μυημένους. Οι ναοί των Ορφικών είτε ήταν κτιστοί, είτε απλά σπήλαια.

Ένα άλλο μέρος της Ορφικής φιλοσοφίας αποτελούν και οι Ορφικοί Ύμνοι που ψάλλονταν κατά τις τελετές.

Είναι πανάρχαιοι και οι παλαιότεροι ανάγονται στην 11η χιλιετία π.Χ. Εξυμνούν διάφορες θεότητες και δίνουν πλήθους στοιχείων για την Ορφική Κοσμολογία, όπως: την γέννεση του Σύμπαντος από μια έκρηξη, την θεωρία του Κοσμικού Ωού (άποψη πως ο κόσμος γεννήθηκε από ένα αυγό), την πίστη στην Συμπαντική Αρμονία, την αναφορά στο Ζωδιακό Κύκλο, καθώς και πλήθος αστρονομικών γνώσεων όπως την ύπαρξη του Πολικού Αστέρα, τις Ισημερίες και τα Ηλιοστάσια.

Η Αρχαία Ελληνική Θεολογία προήλθε από τους Ορφικούς και επηρέασε τόσο τον Πυθαγόρα όσο και τον Πλάτωνα. Ο Πλάτων μάλιστα στα κείμενα του ονομάζει τον Ορφέα «Θεολόγο».

Ο λόγος του Ορφέα λοιπόν προχώρησε μετά τον θάνατό του με τρόπο μυστηριώδη μέσα στις φλέβες του Ελληνισμού από τις μυστικές αρτηρίες των Ιερών και τον έκανε Μύστη.
Οι Θεοί έμειναν σύμφωνοι με τον λόγο του, όπως μέσα σε έναν ναό ο χορός των μυημένων συμφωνεί με τους ήχους μιας αόρατης λύρας. Έτσι η ψυχή του Ορφέα έγινε η ψυχή της Ελλάδος.


Η Φθινοπωρινή Ισημερία και τα Ελευσίνια Μυστήρια

Τα ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ αποτελούν αναμφισβήτητα ένα από τους πιο ιερούς και σεβαστούς θεσμούς, ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού.

Ο Μύθος του Ερμαφρόδιτου

Ο Ερμαφρόδιτος παρουσιάζεται στην ελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία και τέχνη ως το ον που έχει ταυτόχρονα τα χαρακτηριστικά και των δύο φύλων.

Δήλος: το ιερό νησί της αρχαίας Ελλάδας

Είναι ο τόπος γέννησης του Απόλλωνα και της Άρτεμης, κατά τη μυθολογία.

Σε απόσταση αναπνοής από την κοσμική Μύκονο, η Δήλος είναι το ιερό νησί της αρχαίας Ελλάδας, ένας τόπος επιβλητικός,γυμνός από βλάστηση, αλλά εξαιρετικά λαμπρός κάτω από το φως του ηλίου.

Αυτό, όμως, που τον κάνει έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της χώρας, είναι το ότι είναι ο μοναδικός στην Ελλάδα όπου έχουν βρεθεί ιδιωτικές κατοικίες σε θαυμάσια κατάσταση.

Ναοί, θέατρα, στάδια, γυμναστήρια και άλλες μνημειακές κατασκευές και κτίρια έχουν ανακαλυφθεί σε πολλά μέρη. Επίσης, σε μερικές περιοχές, όπως π.χ. στην Πέλλα και στην Ερέτρια, έχουν βρεθεί θεμέλια οικιών και μωσαϊκά δάπεδα, αλλά δυστυχώς τα σπίτια τα ίδια δεν σώζονται καθ’ ύψος.

Στη Δήλο, αντιθέτως, διατηρούνται θαυμάσια και μας δίνουν σχεδόν μια πλήρη εικόνα της αρχιτεκτονικής, της εσωτερικής διαρρύθμισης, των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, της διακόσμησης των τοίχων, της ύδρευσης, του αποχετευτικού συστήματος κλπ.

Απογειώθηκε όταν την πήραν οι Αθηναίοι

Όλα τα σπίτια της Δήλου είναι του 2ου και των αρχών του 1ου αιώνα π.Χ, όταν οι Ρωμαίοι την παραχώρησαν στην Αθήνα, εκείνοι έδιωξαν τους κατοίκους και την απογείωσαν οικονομικά. Όπως είναι φυσικό, υπήρχαν μεγάλα και μικρά σπίτια, σπίτια πατρικίων και σπίτια πληβείων, τα μεν δίπλα στα δε, αδιακρίτως.

Αν και δεν φαίνεται να υπήρχε ένας ενιαίος τύπος ιδιωτικής κατοικίας, τα περισσότερα σπίτια, ιδιαίτερα τα μεγαλύτερα και πιο πλούσια, ακολουθούσαν ένα βασικό πλάνο, με διάφορες παραλλαγές. Άλλωστε το πλάνο μιας κατοικίας επιβαλλόταν συχνά από τις ιδιομορφίες του εδάφους, από το δρόμο από τον οποίο οροθετούνταν και από τα όμορα κτίσματα.

Η Δήλος ήταν στην αρχαιότητα ονομαστή για την πανελλήνια λατρεία του Δήλιου Απόλλωνα που ασκούνταν εκεί και από τις ανασκαφές που έγιναν, τα σπίτια, οι πλακόστρωτοι δρόμοι, οι ναοί και τα δημόσια οικοδομήματα που σώθηκαν μας δίνουν μια μοναδική εικόνα της αρχαίας ελληνικής πόλης στο σύνολό της.

Βραχώδες και άγονο νησί, βρίσκεται ανάμεσα στα νησιά Μύκονο και Ρηνεία με μήκος 5 χιλιόμετρα και πλάτος 1300 μέτρα. Το μεγαλύτερο ύψωμά της είναι το γρανιτικό βουνό Κύθνος, που στους πρόποδες του βρισκόταν η αρχαία πόλη της Δήλου που οι ανασκαφές την έφεραν ολόκληρη στο φως.

Η μυθολογία λέει ότι φανερώθηκε (δηλώθηκε) μ' ένα χτύπημα της τρίαινας του Ποσειδώνα στην επιφάνεια της θάλασσας και έπλεε για πολύ καιρό, μέχρι που ο Δίας την έδεσε στο βυθό της θάλασσας με μία διαμαντένια αλυσίδα για να καταφύγει εκεί η Λητώ και να γεννήσει κάτω από μια φοινικιά τα δυο θεϊκά παιδιά, την Άρτεμη πρώτα και τον Απόλλωνα ύστερα.

Στα προϊστορικά χρόνια τη Δήλο την κατοίκησαν μινωικοί οικιστές από την Κρήτη και Μυκηναίοι και Δωριείς από τη Στερεά Ελλάδα. Στα ιστορικά όμως χρόνια κάτοικοί της ήταν Ίωνες, οπότε και διακρίθηκε η Δήλος σαν κέντρο πανιωνίων εορτών που γίνονταν προς τιμή του Απόλλωνα.

Οι ανασκαφές στη Δήλο, που άρχισαν στα 1873 και σχεδόν συνεχίστηκαν μέχρι τις μέρες μας, έφεραν στο φως ένα πλήθος μνημεία και ευρήματα που ανήκουν σε μια από τις πέντε περιοχές της Δήλου που είχαν κατοικηθεί.





Τα Έπη του Ομήρου: Ληξιαρχική Πράξη Γέννησης του Ανθρωπισμού

Ο  πολιτισμός  των  επών του Ομήρου (Ιλιάδα-Οδύσσεια) είναι  ο πρώτος  "ανθρωπιστικός"  πολιτισμός, ήταν ο  πρώτος  αληθινός  ανθρωπισμός.

Η ΑΥΓΗ ΗΩΣ

Η Ηώς (αρχ. Έως ή Αύως),  στην Ελληνική Μυθολογία ήταν η θεότητα-προσωποποίηση της αυγής, κόρη του Τιτάνα Υπερίωνα και της Τιτανίδας Θείας, και επομένως αδελφή του Ήλιου, του οποίου προηγείται κάθε μέρα στο ουράνιο ταξίδι του, και της Σελήνης.

Η γοητεία του κούκου

Ένα από τα θεμελιώδη γεγονότα της ελληνικής μυθολογίας είναι οι γάμοι του Δία και της Ήρας, του βασιλικού ζεύγους που είχε εξουσία πάνω στους θεούς και τους ανθρώπους.

Σύμφωνα με τον Όμηρο, απόλαυσαν τον πρώτο τους εναγκαλισμό «σαν τότε που πρωτόσμιξαν και στο κλινάρι απάνω/συχνά φιλί κι αγκάλη εχαίρονταν κρυφά από τους γονιούς της» (lλιάδα, Ξ, στ. 295-296). Η κρυφή αιμομιξία όμως των δύο ενήλικων αδελφών πρέπει να φάνηκε κάτι υπερβολικά κοινότοπο και απλό για μορφές τέτοιου κύρους και υποκαταστάθηκε από εκδοχές που συναγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποια ήταν η θεαματικότερη.

Μια από αυτές τοποθετούσε τη θεϊκή ένωση στην Αργολίδα, μια εκτεταμένη περιοχή που καταλαμβάνει το βορειοανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου. Εκεί υψώνεται ένα βουνό το οποίο οι Έλληνες αποκαλούσαν Κοκκύγιον, δηλαδή «βουνό του κούκου», δίνοντάς του ένα όνομα βγαλμένο από το μύθο της μεταμόρφωσης που μηχανεύτηκε ο ευφυής σαγηνευτής, αφού σ' εκείνη την περίσταση ο Δίας δοκίμασε για πρώτη φορά την ερωτική αποτελεσματικότητα της ικανότητάς του να μεταμορφώνεται, η οποία θα γινόταν το αλάνθαστο όπλο του για ,την κατάκτηση των θνητών γυναικών.

Πάνω σ' εκείνο το βουνό ο ύψιστος θεός είδε την αδελφή του που καθόταν μόνη της και τον κυρίευσε ένας ακαταμάχητος πόθος να την κάνει δική του. Μεταμορφώθηκε σε κούκο, προκάλεσε μια φοβερή καταιγίδα και πήγε πετώντας να αναζητήσει καταφύγιο στην αγκαλιά της. 

Η Ήρα συμπόνεσε εκείνο το μουδιασμένο απ' το κρύο πουλάκι και το έβαλε κάτω από το φόρεμά της. Ο θεός, εκμεταλλευόμενος την πλεονεκτική θέση, ξαναπήρε τη μορφή του κι επιχείρησε να τη βιάσει, αλλά η θαρραλέα παρθένος τον απώθησε, ώσπου απέσπασε από αυτόν την υπόσχεση για νόμιμο γάμο. Τότε ενέδωσε κι έγινε η βασίλισσα του κόσμου - μια βασίλισσα που, καθώς ήταν ζηλότυπη, υπέφερε από αφάνταστη αγωνία για τις απιστίες του συζύγου της.


Εξάλλου, πόσοι θαυμάσιοι μύθοι δε θα είχαν γεννηθεί ποτέ χωρίς το αδυσώπητο μίσος της Ήρας για τις αντίζηλές της! Ωστόσο μόνο σε αυτή ανήκε το προνόμιο να επαναλαμβάνει την έκσταση της πρώτης συνεύρεσης, αφού κάθε φορά που έκανε λουτρό στην πηγή Κάναθος, που αναβλύζει στη Ναυπλία, στη νότια ακτή της Αργολίδας, ανακτούσε την παρθενία της. Αυτά έλεγε μια αργείτικη παράδοση, την οποία αναφέρει ο Παυσανίας (2, 38, 2). Η πηγή έμεινε ιερή μέχρι τις μέρες μας, δεδομένου ότι προσφέρει το νερό της στο μοναστήρι που λέγεται Αγία Μονή, κοντά στο χωριό Πρόνοια.


~ Από το βιβλίο των dario & lia del corno "στη γη του μύθου" Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη


Θεότητες του Υγρού Στοιχείου στην Αρχαία Ελλάδα

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: «Ο άρχοντας των υδάτων», γιος του Κρόνου και μικρότερος αδερφός του Δία διαθέτει λαμπρό ανάκτορο σε φωτεινά νερά, άρμα και κέλητες, που σύρεται από ταχύτατους χαλκοπόδαρους ίππους με χρυσή χαίτη και με αυτό οργώνει όλη τη θάλασσα. Μπορεί να συναθροίζει τα σύννεφα να σηκώνει ισχυρά κύματα και θυελλώδεις ανέμους να τιμωρεί τους ασεβείς και να εξαπολύει εναντίον τους θαλάσσια τέρατα. Εξ αιτίας της βιαιότητας του η αφρισμένη αεικίνητη θάλασσα έχει διαβρώσει τα παράλια της γης, δημιουργώντας πολύπλοκους σχηματισμούς.Οι ψαράδες βλέποντας τους σκοπέλους, τα διαβρωμένα βράχια από την ορμή της θάλασσας και τους διάσπαρτους βράχους στις παραλίες θεωρούσαν πως ήταν τα αποτυπώματα του θεού, που είχαν προκληθεί με την τρίαινα του, έμβλημα και όπλο του. Στη διεκδίκηση της Αθήνας από την Αθηνά χτυπώντας με την τρίαινα του το έδαφος, ξεπετάχτηκε ένα άλογο σύμβολο ρώμης.Οι Έλληνες στο θεό της θάλασσας και γενικότερα των νερών που ανάβλυζαν από τη γη και της έδιναν ζωή, απέδιδαν και τους σεισμούς, ως αναταράξεις των νερών, που στηρίζουν τη γη και εκδήλωναν την οργή του.

Πήγασος: το φτερωτό άλογο της ελληνικής μυθολογίας

Κατά τον Ησίοδο (Θεογονία 276-282), ο Πήγασος ήταν καρπός της ένωσης του Ποσειδώνα με τη Γοργώ Μέδουσα και ξεπήδησε από τον λαιμό της όταν την αποκεφάλισε ο Περσέας με τη συνδρομή της Αθηνάς. Κατά μια άλλη μαρτυρία, ο Πήγασος γεννήθηκε από το αίμα που έπεσε στη θάλασσα. Τότε ο Περσέας ιππεύοντας αυτόν κατάφερε να διαφύγει τη καταδίωξη των άλλων δύο γοργόνων, αδελφών της Μέδουσας ή, με την πιο συνηθισμένη μορφή του μύθου, με τα φτερωτά σανδάλια του.

Η κόμη της Βερενίκης (ο μύθος της Βερενίκης)

 Μεγάλη Άρκτο και στον αστερισμό της Παρθένου υπάρχει ένας αστερισμός που ονομάζεται «Η κόμη (τα μαλλιά) της Βερενίκης». 
Ανάμεσα στη

Αλφειός και Αρεθούσα

Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Αλφειός ήταν κυνηγός που αγάπησε την Αρεθούσα αλλά εκείνη δεν τον ήθελε και για να τον αποφύγει πήγε στην Ορτυγία, νησί κοντά στις Συρακούσες. 

Ο Αλφειός από τον μεγάλο έρωτά του μεταμορφώθηκε σε ποταμό και μέσω των νερών της θάλασσας έφτασε στην Ορτυγία, κοντά στην αγαπημένη του

Η Αρέθουσα ήταν μία από τις νύμφες των δασών. Ήταν κόρη του Νηρέα και της Δωρίδας. Δεν ανταποκρίθηκε στην αγάπη του θεού Αλφειού και, όταν αυτός την καταδίωξε, κατέφυγε Άρτεμη τη μεταμόρφωσε σε πηγή. Ο Αλφειός απογοητευμένος έγινε ποτάμι και ενώθηκε με τα νερά της.
στη Σικελία, όπου η

Η πηγή Αρέθουσα υπάρχει στο νησάκι Ορτυγία κοντά στις Συρακούσες και οι Συρακούσιοι πίστευαν ότι τα νερά της χύνονται υπογείως στον ποταμό Αλφειό της Πελοποννήσου.

Αλφειός ήταν γιος του Ωκεανού και της Τηθύας και πατέρας του Ορσίλοχου και παππούς του βασιλιά των Φαρών της Μεσσηνίας, Διοκλέα.

Ήταν απόγονος του Ήλιου ο οποίος αφού σκότωσε τον αδελφό του Κέρκαφο σε κάποιο αγώνα, διώχτηκε από τις Ερινύες και αυτοκτόνησε στον ποταμό Νύκτιμο. Από τότε άλλαξε ονομασία και λέγεται Αλφειός.

Αυτήν αγάπησε ο ποτάμιος θεός Αλφειός, τον οποίο, για να αποφύγει η Αρέθουσα, διαπέρασε τη μεταξύ Πελοποννήσου και Σικελίας θάλασσα φθάνοντας στην παρά τις Συρακούσες νήσο Ορτυγία. 

Τότε μεταμορφώθηκε από την Άρτεμη σε "πηγή" πλούσια σε γάργαρο νερό.

Εν τω μεταξύ, ο Αλφειός μεταμορφώθηκε σε ισχυρό υποθαλάσσιο ποταμό (θαλάσσιο ρεύμα), την ορμητικότητα του οποίου δεν μπόρεσε να εμποδίσει ούτε ο Αδρίας (Αδριατικό πέλαγος), ώστε να ενώσει τα ύδατά του με εκείνα της πηγής της Αρέθουσας.

Ο μύθος αποτελεί αρχαιοελληνική συνειρμική ιδεατή ανθρωπόμορφη παράδοση της «ένωσης» των γλυκέων υδάτων ποταμών και πηγών που ρέουν στη θάλασσα


Οι ιερές ελιές (Μορίες) της Αρχαίας Αθήνας

Ο μύθος της διαμάχης μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνα για την πόλη του Κέκροπα είναι γνωστός. Ο Ποσειδώνας χτυπώντας την τρίαινα του έκανε να αναβλύσει μια πηγή, η Αθηνά εμφάνισε την πρώτη ήμερη ελιά με καρπό. Οι Αθηναίοι επέλεξαν την ελιά, η πόλη τους πήρε το όνομα της θεάς και έκτοτε μπορεί να είχαν πρόβλημα με το νερό αλλά ευδοκίμησαν λόγω του ευλογημένου καρπού.